
<<Μπήκε στην αίθουσα ακροάσεων με τις μακριές μαύρες του μπούκλες να χαϊδεύουν τους γυμνούς του ώμους , με την λυγερή μέση του, σφιγμένη σε χρυσή ζώνη. Αυτή τη φορά δεν λέχθηκε τίποτα για φόρο υποτέλειας αγοριών και κοριτσιών απο την Αττική….
– Ο βασιλιάς Δευκαλίων, γιος του Μίνωα, χαιρετά τον βασιλιά των Αθηνών και στέλνει δώρα μαζί με τις ευχές του για υγεία , ευδαιμονία και μακροζωία …
Καθώς ανταλλάζαμε τυπικότητες , σκεφτόμουν : “...δεν σε έχω ξαναδεί εσένα, μικρό μου παγώνι. Εσύ, πάντως, σίγουρα με θυμάσαι…Γλύκαινε πολύ η γλώσσα σου απο τότε που μου φώναζες απο τις κερκίδες της αρένας>>…
Ενώ άκουγα χωρίς ιδιαίτερη προσοχή την φλυαρία του απεσταλμένου του Δευκαλίωνα, σκεφτόμουν τον χρόνο που πέρασα στην Κρήτη, όπου ενώ θα’πρεπε να μαθαίνω τα καθήκοντα του βασιλιά, για να διαδεχθώ τον θρόνο του Αιγέα, αναγκάστηκα να μαθαίνω τον χορό του ταύρου και το πως δουλεύουν τα μυαλά των Κρητών…
Κάτι στα λόγια του μου τράβηξε την προσοχή…Είχε αναφέρει τη λέξη “ταύρος“…
– Άραξα με το πλοίο μου έξω απο την πόλη γιατί έχω ένα ακόμα δώρο απο τον κύριό μου . Κάτι, που είναι αντάξιο της φήμης σου, βασιλιά Θησέα. Μιας και οι χορευτές του ταύρου σκόρπισαν και ο χορός τελείωσε, ο κύριός μου σου στέλνει σαν δώρο, τον βασιλιά -ταυρο, τον γέρο Πόδαργο, το ιερό κοπάδι του οποίου ξεπήδησε απο τον Ήλιο.
Άθελά μου το πρόσωπό μου φωτίστηκε. Θυμήθηκα με μιάς τις εκπληκτικές σκηνές που διαδραματίζονταν στην αρένα με τους χορευτές να κάνουν τα πιο απίθανα άλματα πάνω από το τεράστιο σώμα του ταύρου, προσπαθώντας επιδέξια να αποφύγουν τα μεγάλα του κέρατα και τις οπλές. Ακόμα και τώρα στο άκουσμα και μόνο του ονόματός του, το αίμα μου άρχισε να κυλάει πιο γρήγορα.

Ξαναγύρισα στο παρόν μετά την ονειροπόλησή μου και είδα των νεαρό άντρα με μακριά ολόισια μαύρα μαλλιά να με κοιτάει χαμογελώντας.
– Πραγματικά, βασιλικό δώρο, – του είπα. Για έναν Θεό όμως, όχι έναν θνητό. Ο Απόλλων θα θύμωνε αν τον έβαζα στα κοπάδια μου.
– Θα ήταν μεγάλος μπελάς,- είπε ο άλλος, μοιάζοντας απελπισμένος… να τον μεταφέρουμε πίσω στην Κνωσό.
Παραλίγο να βάλω τα γέλια.Τον πίστευα. Θα ήθελα να τον ρωτήσω πως κατάφεραν να τον φέρουν μέχρι εδώ, μολονότι, το ζώο ήταν απο τα πιο άγρια και ατίθασα. Κρατήθηκα όμως. Δεν ήμουν, βλέπετε, πια ένας ταυροκαθάπης….
– Δεν χρειάζεται, – είπα. Το κοπάδι του Ήλιου είναι του Απόλλωνα. Θα τον δώσω πίσω στον Θεό.
Υποκλίθηκε και έφυγε. Έμεινα καθισμένος,γεμάτος αναμνήσεις …
Ξαφνικά είδα έναν δρομέα μα έρχεται τρέχοντας. Ήταν ο Αμύντωρ, ο διοικητής της φρουράς μου. Μπήκε μέσα στην αίθουσα λαχανιασμένος, φωνάζοντας :
– Βασιλιά , ο ταύρος μας ξέφυγε!…>>
Σ’αυτό το σημείο , θα διακόψω την αφήγησή μου απο το βιβλίο της Μαίρη Ρενώ, που περιγράφει με πολύ γλαφυρό και ιδιαίτερο, κατά δικό της τρόπο ….τους δικούς μας μύθους, και θα σας παραθέσω κάποια αποσπάσματα από τον αγαπημένο μου Πλούταρχο, αλλά και λιγοστά σωζόμενα αποσπάσματα του έργου του Καλλίμαχου.
Θα κάνω όμως μία αναγκαστική διευκρίνηση : στην αφήση της Ρενώ, φαίνεται πως ο Θησέας αντιμετώπισε τον ταύρο μετά απο την επιστροφή του απο την Κρήτη, ενώ ο Πλούταρχος είναι ξεκάθαρος, πως αυτό είχε γίνει πριν το ταξίδι του στην Κνωσό. Επίσης,με την πλούσια φαντασία της, που την άφηνε ελεύθερη να “οργιάζει” η Ρενώ παρουσιάζει τον Θησέα, όπως και τους νέους που ταξίδεψαν μαζί του, (όπως,παρεμπιπτόντως και όλους αυτούς, που στέλνονταν στην Κρήτη σαν φόρος αίματος πριν τον Θησέα) όχι ως λεία για τον αιμοβόρο Μινώταυρο, αλλά ως “χορευτές του ταύρου”, που πρόσφεραν διασκεδαστικό αλλά και συνάμα πολύ επικίνδυνο θέαμα στους Μινωίτες !
Την πληροφορία αυτή, η Ρενώ αντλεί απο τον Πλούταρχο, ο οποίος με την σειρα του διασώζει μαρτυρία του Αριστοτέλη, πως οι νέοι και οι νέες που έστελναν οι Αθηναίοι στην Κρήτη, ως υποχρεωτική θυσία στον μυθικό Μινώταυρο, ΔΕΝ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΝ αλλά ζούσαν στο βασίλειο του Μίνωα ως σκλάβοι και εκπαιδεύονταν για τον χορό με τους ταύρους στην Αρένα.
Και κάνοντας αυτήν την απαραίτητη παρέμβαση στην ιστορική πραγματικότητα της Μυθιστορίας μας, θα περάσουμε στην συνέχεια της αφήγησής μας….
ΚΑΙ ΘΑ ΦΕΡΩ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΜΙΑ ΗΡΩΪΔΑ , ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΠΟΤΕ ΣΤΙΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ…
Θα εκπλαγείτε σίγουρα άμα σας πω πως θα μιλήσουμε για την ΕΚΑΛΗ !
Μια αξιολάτρευτη, γλυκύτατη μορφή μιας γριούλας, που συνδέθηκε με έναν περίεργο καπρίτσιο της Τύχης με τον λατρεμένο μου βασιλιά Θησέα!
Το όνομα ….ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ… έμεινε στην ιστορία της Ελλάδας όχι μονο για τη μάχη, στην οποία οι Αθηναίοι, το καλοκαίρι του 490 της Ελληνικής Αρχαιότητας, κατατρόπωσαν τους Πέρσες εισβολείς και για την ευψυχία του οπλίτη Φειδιππίδη, ο οποίος διέτρεξε οπλισμένος την απόσταση των σαράντα δυο χιλιομέτρων ως την πόλη, ανάγγειλε τη νίκη με τις τελευταίες του δυνάμεις και αμέσως μετά πέθανε, τσακισμένος από την τρομερή κούραση, θεσπίζοντας στο μακρινό μέλλον τον πιο ΕΥΓΕΝΗ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ!!!
Στον Μαραθώνα διαδραματίστηκε μια άλλη απελευθερωτική μάχη, που έδωσε και κέρδισε ένας μόνο Αθηναίος ήρωας και, ευτυχώς, ο πρωταγωνιστής … δε δοξάστηκε με το θάνατό του.
Ο Θησέας κατόρθωσε να φτάσει στη χώρα, όπου βασίλευε ο πατέρας του, ο Αιγέας, πραγματοποιώντας Άθλους θαυμαστούς που φάνταζαν ακατόρθωτοι. Όταν εγκαταστάθηκε στο παλάτι, δε θέλησε να αναπαυτεί και να υποταχθεί στη Δόξα και τις Τιμές, που είχε κερδίσει εξολοθρεύοντας αιμοδιψείς ληστές και τέρατα στα παλάτια του γενάρχη του. Αφού γλύτωσε από το δηλητήριο της μάγισσας Μήδειας, έπρεπε έπειτα να αντιμετωπίσει τους πενήντα γιους του Πάλλαντα, οι οποίοι διεκδικούσαν το θρόνο του Αιγέα, θεωρώντας τον άτεκνο, άρα δίχως διάδοχο.
Μέσα του έκαιγε εκείνη η άσβεστη φωτιά, το ιερό Πυρ, που έκαιγε στους βωμούς και τις εστίες των προγόνων μας.
Μαθαίνει, λοιπόν, ο Θησέας, πως στον Μαραθώνα, είχε καταφύγει ο Ταύρος του Μίνωα. Ήταν ένας τεράστιος, ασυνήθιστος σε μέγεθος και δύναμη ταύρος, ο οποίος είχε σκορπίσει το θάνατο και τη δυστυχία στους κατοίκους της περιοχής, αφού κατέστρεφε όχι μόνο τους άτυχους που βρίσκονταν μπρος του ή προσπαθούσαν να τον σκοτώσουν, αλλά και τα σπαρτά της περιοχής και τα ζώα από τα κοπάδια.
<<ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΝΑ ΜΗ ΜΕΝΕΙ ΑΠΡΑΓΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΧΡΗΣΙΜΟΣ ΣΤΟΝ ΛΑΟ… (Πλούταρχος, Βίος Θησέως, 14, 1), αποφάσισε να αναμετρηθεί με τον άγριο ταύρο κι έφυγε κρυφά μόνος του για τον Μαραθώνα.
Στους πρόποδες της Πεντέλης τον βρήκε η νύχτα. Μόνο μία γριούλα ζούσε εκεί σε μία μικρή, τελείως φτωχική καλύβα. Το όνομα της γριούλας, που προσέφερε καταφύγιο στον Θησέα, ήταν … ΕΚΑΛΗ.
Επιστρέφω και πάλι στην αφήγηση της Μ.Ρενώ, που βάζει τον ίδιο τον Θησέα να μας διηγείται τα γεγονότα:
<<Στην Αθήνα τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα. Ο κόσμος είχε ανέβει στις στέγες για να με δουν να περνώ και μερικοί προσπάθησαν να με ακολουθήσουν. Έβαλα τους ιππείς μου να τους γυρίσουν πίσω και στις πύλες και έπειτα τους έδιωξα και αυτούς.
Ένας στενός δρόμος ξετυλιγόταν ανάμεσα σε ψηλά κυπαρίσσια, βγάζοντας στην θάλασσα και στην άκρη σε ένα μικρό σπίτι, σαν αυτά που συχνάζουν οι χωρικοί τα βράδια, όταν επιστρέφουν απο τις δουλείες τους. Μια γέρικη μουριά υψωνόταν πάνω από ένα φράχτη…Μια δυο κότες τσιμπολογούσαν τα χόρτα, δίπλα σε δύο κατσίκες και μία αγελάδα. Πίσω απο το σπιτάκι απλωνόταν ένα χέσο χωράφι, που η αρμύρα της θάλασσας δεν άφηνε τίποτα να φυτρώσει επάνω του.
Έδεσα το άλογό μου σ’ενα κυπαρίσσι και προχώρησα προσεχτικά. Και τότε είδα τον ταύρο. Ήταν ο γέρο Πόδαργος, δεν υπήρχε αμφιβολία. Η μπογιά της Αρένας διακρινόταν ακόμα στα κέρατά του. Αν και ήμουν μακριά, με είδε και η μπροστινή του οπλή άρχισε να ξύνει απειλητικά το χώμα. Απομακρύνθηκα για να σκεφτώ…
Θυμήθηκα πως πιάνουν τους ταύρους στην Κρήτη και γέλασα…Η λύση στεκόταν μπροστά μου στο πρόσωπο μιας αγελάδας με τρίχωμα στο χρώμα του μελιού και τρυφερά καστανά μάτια…. Χτύπησα την πόρτα της καλύβας.
Ένα σερνάμενο βήμα ακούστηκε από μέσα. Η πόρτα άνοιξε λίγο και ένα γέρικο μάτι φάνηκε από την χαραμάδα.
– Άσε με να μπω, μητέρα,- είπα…Θέλω να πω δύο λόγια στον άντρα σου.
– Θα πρέπει να είσαι ξένος εδώ,- είπε καθώς άνοιγε την πόρτα.
Το δωμάτιο ήταν τακτικό, αλλά σχεδόν άδειο … Θα’πρεπε να ήταν περισσότερα χρόνια χήρα παρά σύζυγος. Έμοιαζε τουλάχιστον εκατό χρονών, έτσι που ήταν ζαρωμένη και μικροσκοπική. Τα μάτια της όμως ήταν ακόμα ζωηρά και γαλάζια … Νόμιζες ότι αν ανάσαινες λίγο πιο δυνατά, θα την έριχνες κάτω … και έτσι περίμενα στο κατώφλι για να μην την τρομάξω.
– Νεαρέ μου, -είπε τελικά… – Δεν έχεις καμιά δουλειά να περπατάς εδώ. Δεν άκουσες τον κήρυκα; Ο βασιλιάς απο την Αθήνα μήνυσε σε όλους να μείνουν στα σπίτια τους…Εκεί, έξω απο τα χωράφια υπάρχει ένας μανιασμένος ταύρος… Λένε, πως ήρθε απο την θάλασσα… Έλα μέσα όμως! Ο ξένος εδώ πέρα είναι ιερός!
Βάλθηκε να με τρατάρει με ότι είχε στην ταπεινή οικία της.
Η ευγένεια απαιτούσε να της συστηθώ πια… Όμως δεν ήθελα να την αναστατώσω…Της είπα πως με έστειλε ο βασιλιάς γιατί έμεινα στην Κρήτη και ήμουν ειδικός στο πιάσιμο των ταύρων…
Προσπάθησε να με αποτρέψει η καημενούλα… έτρεμε ολόκληρη…
– Θέλω να δανειστώ την αγελάδα σου , – της είπα…
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό…
– Να πάρεις την φτωχή μου Κροκούλα… για να την δολοφονήσει το τέρας;
– Δεν θα την δολοφονήσει , – της είπα, – Όμως θα τον ηρεμήσει. Και αν ζευγαρώσει μαζί της θα σου γεννήσει το καλύτερο μοσχάρι στην Αττική… Θα το πουλήσεις μια περιουσία!
Στράφηκε στο παράθυρο βουρκωμένη.
– Σε παρακαλώ, μητέρα, – είπα. Κάνε μου το χατίρι για χάρη των ανθρώπων που κινδυνεύουν!
– Καημενούλη μου…καημενούλη μου! Εσύ πας να τα βάλεις με έναν ταύρο ολομόναχος, με τα χεράκια σου …Τι αξία έχει μία αγελάδα μπροστά σε σένα; Πάρ’την γιόκα μου και οι Θεοί μαζί σου!
Την φίλησα στο μάγουλο.
Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΟΙΩΝΟΣ!..
-Ο βασιλιάς θα στο ανταποδώσει, μητερούλα… αν φτάσω σώος πίσω. Πες μου τ’ όνομά σου και δώσε μου κάτι να γράψω… Έφερε παλιά κερωμένη πινακίδα… “Ο βασιλιάς χρωστάει στην Εκάλη τρεις αγελάδες, εκατό δοχεία γλυκό κρασί κι ένα δυνατό κορίτσι για δούλα. Αν πεθάνω, να στείλουν οι Αθηναίοι αντιπροσωπεία στους Δελφούς για να ρωτήσουν τον Απόλλωνα, πως να διαλέξουν βασιλιά. Θησέας.”…
Το κοίταξε,κουνώντας το κεφάλι… Φυσικά, δεν ήξερε να διαβάζει…
– Φύλαξέ το, μητέρα και δώσε μου την ευχή σου….>>
Την αυγή η Εκάλη έκανε τάμα στον Δία να προσφέρει θυσία αν ο Θησέας έβγαινε σώος και αβλαβής από την αναμέτρησή του με τον ταύρο. Είτε χάρη σ’ εκείνη τη μικρή προσευχή, είτε λόγω της τεράστιας δύναμής του, ο ήρωας δάμασε τον ταύρο, τον έδεσε μ’ ένα σκοινί και τον έσυρε στην Αθήνα.

Εδώ θα προσθέσω την περιγραφή ενός λαμπρού εκπροσώπου της Αλεξανδρινής ποίησης, ο οποίος άκμασε την εποχή του Πτολεμαίου Β’ Φιλάδελφου και Πτολεμαίου Γ’ Ευεργέτη, σπουδαγμένου στην Αθήνα, την αιώνια πόλη του Πολιτισμού και της Γνώσης. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια, εργάζοντας στην περίφημη Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη, όπου του ανατέθηκε το γιγαντιαίο έργο της καταγραφής όλων των συγγραμμάτων της βιβλιοθήκης. Στην ίδια πόλη ίδρυσε γραμματική σχολή με μαθητές του φημισμένους σοφούς, όπως ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος και άλλους διακεκριμένους λόγιους.
Λέει, λοιπόν, ο ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ (απόσπ. 260, στ. 2-13), για τον οποίον γίνεται ο λόγος, στο επύλλιό του «Ἑκάλη», στο οποίο εξιστορείτο η φιλοξενία της γερόντισσας Εκάλης στον Θησέα :
<<ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΤΕΤΟΙΟ ΘΕΑΜΑ ΟΛΟΙ ΡΙΓΗΣΑΝ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΕΛΑΒΕ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΟΥΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟΣΩΜΟ ΑΝΤΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΛΩΡΙΟ ΘΕΡΙΟ,
ΩΣΠΟΥ Ο ΘΗΣΕΑΣ ΦΩΝΑΞΕ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΕ ΒΡΟΝΤΕΡΗ ΦΩΝΗ: «ΣΤΑΘΕΙΤΕ, ΜΗ ΦΟΒΑΣΤΕ! ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΑ ΝΑ ΤΡΕΞΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ, ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΤΟΝ ΑΙΓΕΑ, Μ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ.
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟΥ ΠΕΙ, ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΕΙ ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΟΛΛΕΣ ΤΟΥ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ:
“Ο ΘΗΣΕΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΑΚΡΙΑ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΑΘΩΝΑ ΦΕΡΝΕΙ ΖΩΝΤΑΝΟ ΤΟΝ ΤΑΥΡΟ”». ΑΥΤΑ ΕΛΕΓΕ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΛΟΙ ΕΠΕΥΦΗΜΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΖΑΝ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΡΟΜΑΓΜΕΝΟΙ.
ΠΟΤΈ Ο ΝΟΤΙΑΣ ΔΕΝ ΕΡΙΞΕ ΤΟΣΑ ΦΥΛΛΑ, ΟΥΤΕ Ο ΒΟΡΙΑΣ, ΟΥΤΕ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΜΗΝΑΣ ΠΟΥ ΤΑ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΠΕΦΤΟΥΝ, ΟΣΑ ΑΝΘΗ ΕΡΙΧΝΑΝ ΣΤΟΝ ΘΗΣΕΑ ΟΙ ΧΩΡΙΚΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΡΑ ΤΟΥΣ.>>
Και εδώ επιστρέφουμε ξανά στην αφήγηση της Ρενώ, η οποία φυσικά, εμπνεύστηκε από το έργο του Καλλίμαχου :
<<Η ασυνήθιστη πομπή διέσχισε τους δρόμους της πόλης μέχρι την Ακρόπολη, όπου ο ταύρος προσφέρθηκε ως θυσία στον Απόλλωνα. Απαλλαγμένος επιτέλους από τον ογκώδη αιχμάλωτό του, ο Θησέας έτρεξε ξανά στον Μαραθώνα για να φέρει στην Εκάλη την είδηση της επιτυχίας του.
Η γριούλα όμως είχε πεθάνει την ίδια εκείνη μέρα, λες και με τη φιλοξενία του νεαρού ήρωα εξαντλήθηκε το νόημα της ύπαρξής της.
Ο Θησέας αφιέρωσε σ’ αυτή μια γιορτή, έκτισε ιερό προς τιμή του Δία, τον Εκάλειο και θέσπισε και αθλητικούς αγώνες. Της απηύθυνε τον ύστατο αυτό χαιρετισμό (απόσπ. 263):
<<ΒΑΔΙΣΕ, ΠΙΟ ΓΛΥΚΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΟΥ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΔΕ ΦΤΑΝΟΥΝ. ΘΑ ΣΕ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΣΥΧΝΑ, ΣΕΒΑΣΤΗ ΓΡΙΟΥΛΑ… ΕΣΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΛΟΞΕΝΟ ΚΑΛΥΒΙ ΣΟΥ, ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.>>
Αυτό που διδάσκει το Μυθιστόρημα τούτο των αρχαίων Ελλήνων, είναι πως η Θεία Πρόνοια και βοήθεια προς τους Νέους, προς τους Ήρωες της Φυλής μας, ξεδιπλώνεται και φανερώνεται και μέσα από τη συνδρομή των νομιζόμενων αδύναμων απλοϊκών ανθρώπων, που είχαν όμως αγνά συναισθήματα και καλοσύνη…
Μάια Τσεπουλίδου




Πρόσφατα σχόλια